Μισθοδικείο (Ειδικό Δικαστήριο άρ. 88 Σ.)  1/2018 (http://www.humanrightscaselaw.gr/)

Δικαστικοί Λειτουργοί – Συντάξιμες αποδοχές – Αντισυνταγματικότητα νομοθετικών ρυθμίσεων περί μειώσεων των συντάξεων των δικαστικών λειτουργών
(Α) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 26, 87 παράγραφοι 1 και 2 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγονται τα ακόλουθα: Ο συνταγματικός νομοθέτης, για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της παροχής στους πολίτες αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. β΄ της ΣυνθΕΕ και το άρθρο 47 εδ. β΄ του Χάρτη ΘΔΕΕ, αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, μέσω δε αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική), με την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής αποτελεί και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία μάλιστα καθιερώνει ευθέως, επιτάσσοντας ρητώς, με το ως άνω άρθρο 88 παρ. 2, τη χορήγηση σε αυτούς αποδοχών, οι οποίες πρέπει πάντοτε να είναι ανάλογες προς το λειτούργημά τους, δηλαδή προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας. Συνεπώς, οι αποδοχές αυτές πρέπει όχι μόνον να είναι τουλάχιστον ίσες προς τις αποδοχές των αντίστοιχων προς τους δικαστικούς λειτουργούς οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών, λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις λοιπές δύο, αλλά και επαρκείς για να εξασφαλίσουν αφενός μεν την αξιοπρεπή διαβίωση των δικαστικών λειτουργών, δηλαδή τη διαβίωσή τους κατά τρόπο συνάδοντα προς το κύρος του λειτουργήματος που ασκούν και την αποστολή τους ως οργάνων της τρίτης πολιτειακής εξουσίας και αφετέρου την απερίσπαστη εκ μέρους τους άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων. Και ναι μεν δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα συγκεκριμένο ύψος αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, τούτο δε προφανώς καθορίζεται ενόψει των εκάστοτε κρατουσών κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και των θεσπιζομένων για τα αντίστοιχα με τους δικαστικούς λειτουργούς όργανα των άλλων δύο λειτουργιών αποδοχών, απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών είναι και η εξασφάλιση της κατ’ αρχήν σταθερότητας των αποδοχών τους και η αποφυγή, κατά το δυνατόν, της ανατροπής του μισθολογικού τους καθεστώτος με αιφνίδιες, αλλεπάλληλες ή σοβαρές μειώσεις των αποδοχών τους, διότι μόνο υπό την προϋπόθεση αυτή μπορεί να εξασφαλισθεί ότι θα είναι σε θέση να ασκήσουν τα καθήκοντά τους απερίσπαστοι. Κατ’ ακολουθία, μεταβολή του μισθολογικού καθεστώτος των δικαστικών λειτουργών με μείωση των αποδοχών τους, ιδιαιτέρως μάλιστα στην περίπτωση που η μείωση αυτή είναι τέτοιας φύσεως ή εκτάσεως, ώστε να επιφέρει πράγματι ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει αφενός μεν χωρίς να συντρέχει σοβαρός λόγος δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου χωρίς να προκύπτει από συγκεκριμένα στοιχεία ότι η μείωση αυτή είναι αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού δημοσίου συμφέροντος και δεν μπορεί να αναπληρωθεί από άλλα μέτρα, ότι αντίστοιχες μειώσεις έχουν γίνει και στις αποδοχές των αντίστοιχων με τους δικαστικούς λειτουργούς οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών, ώστε οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών να παραμένουν τουλάχιστον ίσες με τις αποδοχές των οργάνων αυτών και μετά τη μείωση, και ότι έχει εκτιμηθεί το όφελος από την εν λόγω μείωση σε σχέση με τις επιπτώσεις που η μείωση αυτή μπορεί να έχει στην ανεξαρτησία των δικαστών και, κατά συνέπεια, στην ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, καθώς και στην εκ μέρους των δικαστών άσκηση των καθηκόντων τους με την αναγκαία προσήλωση, λαμβανομένων υπόψη και παραγόντων όπως το κόστος ζωής και οι φορολογικές και λοιπές οικονομικής φύσεως υποχρεώσεις, τις οποίες οι δικαστές, όπως και οι άλλοι πολίτες, υπέχουν. Για το λόγο δε αυτό και το Σύνταγμα στο άρθρο 88 παρ. 2 επιβάλλει τα σχετικά με τη μισθολογική εξέλιξη των δικαστικών λειτουργών ζητήματα να ρυθμίζονται με ειδικό νόμο. Η πρόβλεψη δε αυτή περί ειδικού νόμου έχει την έννοια όχι ότι η ρύθμιση του μισθολογικού καθεστώτος των δικαστικών λειτουργών πρέπει κατ’ανάγκη να γίνεται με ιδιαίτερο νόμο με τον οποίο δεν θα ρυθμίζονται άλλα ζητήματα, αλλά ότι πρέπει να προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την ψήφισή του, με την επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, ότι κατά τον καθορισμό του ύψους των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών ελήφθη υπόψη η ιδιαίτερη θέση που το άρθρο 26 του Συντάγματος και οι εξειδικεύουσες τις προκύπτουσες από αυτό αρχές συνταγματικές διατάξεις αποδίδουν, προς πραγμάτωση του κράτους δικαίου, στη δικαστική εξουσία, καθιστώντας αυτήν ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο εξουσίες, και ότι το ύψος αυτών δεν καθορίσθηκε σε συνάρτηση με παράγοντες που αφορούν το μισθολογικό καθεστώς δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών που ανήκουν στην εκτελεστική εξουσία (βλ. αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου 88/2013, 203/2014, 127, 171/2016, πρβλ. και ΣτΕ Ολομ. 3670/1994, 3540-1/2003 κ.ά.).
(Β) Η ανωτέρω συνταγματική προστασία, η οποία αναφέρεται στον εν ενεργεία δικαστικό λειτουργό, διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, και το συνταξιοδοτικό του καθεστώς, διότι και αυτό αποτελεί εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστικού λειτουργού (αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου 171/2016, 6/2015, 203/2014, 73/2012 κ.ά.). Πράγματι, αποτελεί ουσιώδη, αναγκαία και αυτονόητη εγγύηση για την εξασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του εν ενεργεία δικαστικού λειτουργού να γνωρίζει, κατά το χρόνο που είναι εν ενεργεία και ασκεί τα δικαστικά καθήκοντά του, ότι, και μετά την έξοδό του από την υπηρεσία (που είναι ενδεχόμενο να πραγματοποιηθεί και για τη διαφύλαξη της προσωπικής και λειτουργικής δικαστικής του ανεξαρτησίας), θα εξακολουθήσει να έχει την αυτή, ως προς τις αποδοχές του (σύνταξη), μεταχείριση και, πάντως, όχι δυσμενέστερη από τους εν ενεργεία συναδέλφους του. Η ευχέρεια, συνεπώς, του κοινού νομοθέτη να καθορίζει τη σύνταξη των δικαστικών λειτουργών τελεί υπό τους περιορισμούς των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Ειδικότερα, ο προσδιορισμός του ύψους τους δεν μπορεί να γίνεται κατά τρόπο που να αποκλίνουν αυτές ουσιωδώς από τις, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 26 του Συντάγματος και του εξειδικεύοντος, ως προς τη δικαστική εξουσία, τις προκύπτουσες από αυτό αρχές άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, καθοριζόμενες αποδοχές ενεργείας, στο βαθμό που κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επηρεάσει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού κατά τη διάρκεια της άσκησης του λειτουργήματός του. Επομένως, η επέμβαση του κοινού νομοθέτη στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των δικαστικών λειτουργών είναι επιτρεπτή μόνο στο μέτρο που διατηρείται μία σταθερή αναλογία μεταξύ της σύνταξης και των συμφώνως προς το Σύνταγμα καθοριζομένων αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών, όπως αυτές προκύπτουν μετά τη φορολόγησή τους (βλ. αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου 6/2015, 73/2012, 39, 49/2011, πρβλ. και ΣτΕ Ολομ. 3540-1/2003). Η σταθερή δε αυτή αναλογία αφορά τις παροχές που συναρτώνται με το παρεχόμενο από τους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς δικαιοδοτικό έργο και αποτελούν εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής τους ανεξαρτησίας και όχι και εκείνες που χορηγούνται ως αντιστάθμισμα δαπανών στις οποίες υποβάλλονται αυτοί για την αποτελεσματική άσκηση του λειτουργήματός τους (αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου 6/2015, 73/2012, 39, 49/2011, 4, 26/2006 κ.ά.). Κατ’ ακολουθία, και δεδομένου ότι δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα συγκεκριμένο ύψος αποδοχών των δικαστικών λειτουργών κατά τα άνω, το ύψος της σύνταξης των δικαστικών λειτουργών καθορίζεται μεν, και αυτό, ενόψει των εκάστοτε κρατουσών κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, ενώ, εξάλλου, σε περιπτώσεις επιτακτικής ανάγκης κάλυψης των οικονομικών αναγκών της Χώρας και βελτίωσης της δημοσιονομικής κατάστασης δεν αποκλείεται η επέμβαση του κοινού νομοθέτη για μειώσεις, εφεξής, των συντάξεων των δικαστικών λειτουργών, ακόμη και των ήδη απονεμηθεισών, εφόσον, όμως, οι μειώσεις αυτές δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο και είναι πράγματι πρόσφορες για την αντιμετώπιση του προβλήματος, συνεκτιμωμένου και του συνόλου των υφιστάμενων οικονομικών υποχρεώσεων των δικαστικών λειτουργών, καθώς και του ύψους των συντάξεων των λοιπών συνταξιούχων λειτουργών του Δημοσίου και του γενικότερου επιπέδου διαβίωσης. Πρέπει, όμως, σε κάθε περίπτωση, οι χορηγούμενες στους δικαστικούς λειτουργούς συντάξεις να εξακολουθούν να εξασφαλίζουν σε αυτούς επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογο με το κύρος του λειτουργήματός τους, την ευθύνη της άσκησής του και τη σημασία αυτού για την πραγμάτωση του κράτους δικαίου, καθώς και με το επίπεδο διαβίωσης που τους εξασφάλιζαν οι αποδοχές που ελάμβαναν ενόψει της θέσεως και του βαθμού που κατείχαν κατά τον χρόνο αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία [πρβλ. αποφάσεις ΣτΕ Ολομ. 2287-2290/2015, απόφαση Ελεγκτικού Συνεδρίου Ολομ. 244/2017, σκέψεις VI.A.3 και Δ• επίσης βλ. το άρθρο 6 παρ. 6.4 του Ευρωπαϊκού Χάρτη για το καθεστώς των δικαστών, ο οποίος εγκρίθηκε στις 8-10 Ιουλίου 2010 στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και δεν έχει δεσμευτική ισχύ]. Επομένως, λόγοι αποκλειστικώς οικονομικοί ή η επίτευξη δημοσιονομικών στόχων ή η ανάγκη περιστολής των αφορωσών τη χορήγηση συντάξεων δημοσίων δαπανών, δεν μπορούν, αυτοί και μόνον, να δικαιολογήσουν περικοπές στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών, ιδιαιτέρως μάλιστα στην περίπτωση περικοπών αιφνίδιων, αλλεπάλληλων ή σοβαρών που ανατρέπουν πράγματι το έως τότε ισχύον συνταξιοδοτικό καθεστώς, εφόσον δεν προκύπτει, με την επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, ότι, κατά τον καθορισμό του ποσοστού των περικοπών αυτών, ελήφθη υπόψη από τον κοινό νομοθέτη η ιδιαίτερη συνταξιοδοτική μεταχείριση που επιφυλάσσει το Σύνταγμα στους δικαστικούς λειτουργούς, Πρέπει, δηλαδή, να προκύπτει ότι, μετά από ειδικές εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις από τις εν λόγω περικοπές στην άσκηση και το κύρος του δικαστικού λειτουργήματος, ελήφθη πρόνοια, ώστε με τα καταβαλλόμενα στους δικαστικούς λειτουργούς ποσά συντάξεων να διατηρείται η απαιτούμενη σταθερή αναλογία μεταξύ των συντάξεων αυτών και των σύμφωνα με το Σύνταγμα καθοριζομένων αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών και να αποτελούν πράγματι, μέσω της ποσοτικής αυτής σχέσης, οι καταβαλλόμενες συντάξεις, ως εκ του ύψους τους, εγγύηση προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας (πρβλ. αποφάσεις Ολομ. ΣτΕ 2287-2290/2015, αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 5.5.2015, - 2BvL 17/09 κ.λπ., και της 27.9.2005, - 2BvR 1387/02, απόφαση του Γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας της 29.12.2014, Νο 377294, σκέψη 18).
(Γ) Όπως έχει κριθεί από το παρόν Ειδικό Δικαστήριο (βλ. απόφαση 164/2015, πρβλ. και απόφαση 35/2014), οι θεσπισθείσες με τους νόμους 3847/2010, 3865/2010, 3986/2011, 4002/2011, 4024/2011 και 4051/2012 περικοπές των συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιούχων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και των δικαστικών λειτουργών, αποτελούσες τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, με σκοπό τόσο την άμεση κάλυψη των οικονομικών αναγκών όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης, δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούν προσβολή των συνταγματικών αρχών της διακρίσεως των λειτουργιών και της δικαστικής ανεξαρτησίας, λαμβανομένων υπόψη του ύψους, των χαρακτηριστικών τους και των συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίσθηκαν (πρβλ. αποφάσεις ΣτΕ Ολομ. 2287-2290/2015). Μετά τις διαδοχικές ως άνω περικοπές και μειώσεις, σε συνέχεια δε και προς περαιτέρω εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με το άρθρο πρώτο παρ. Β του οποίου αφενός μεν μειώθηκαν εκ νέου οι καταβαλλόμενες από το Δημόσιο, μεταξύ άλλων και στους δικαστικούς λειτουργούς, συντάξεις (ή το άθροισμα συντάξεων και μερισμάτων), που υπερέβαιναν τα 1.000 ευρώ, με κλιμάκωση του ποσοστού μείωσης από 5% έως και 20% αναλόγως του ύψους τους και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου εναπομένουσας σύνταξης μετά την εφαρμογή κάθε ποσοστού μείωσης, αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους του Δημοσίου τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, κατά τα ήδη εκτεθέντα, δεν μνημονεύονται καθόλου οι προηγηθείσες περικοπές - εκ των οποίων, μάλιστα, οι πιο πρόσφατες είχαν επέλθει με τον δημοσιευθέντα μόλις οκτώ μήνες ενωρίτερα ν. 4051/2012 -, η δε λήψη των νέων μέτρων αιτιολογείται με γενική αναφορά στην ανάγκη «να περισταλεί η δημοσιονομική δαπάνη των καταβαλλόμενων από το Δημόσιο συντάξεων». Εξάλλου, με τον επακολουθήσαντα ν. 4387/2016, στον οποίο ενσωματώνονται, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική του έκθεση, οι προβλέψεις της εγκριθείσης με το ν. 4336/2015 συμφωνίας της Χώρας με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, επιχειρείται η πλήρης αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με την εισαγωγή νέου, ενιαίου συστήματος κοινωνικής ασφάλειας, το οποίο χαρακτηρίζεται αφενός από τη θέσπιση όμοιων κανόνων για όλους τους απασχολούμενους είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα και αφετέρου από την ενίσχυση του κοινωνικού και αναδιανεμητικού χαρακτήρα του μέσω της εθνικής σύνταξης. Ειδικότερα, με τον νόμο αυτόν ιδρύθηκε, κατά πρώτον, Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), στον οποίο υπάγονται όλες οι κατηγορίες απασχολουμένων και συνταξιούχων, ανεξαρτήτως απασχόλησης ή ιδιότητας, και δη τόσο οι λειτουργοί και υπάλληλοι του Δημοσίου και οι στρατιωτικοί, όσο και οι απασχολούμενοι στον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, ορίσθηκαν ενιαίοι, για όλους τους απασχολουμένους, μεταξύ των οποίων δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, κανόνες υπολογισμού των εισφορών και των παροχών, μέσω της θέσπισης του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης, το οποίο είναι ανεξάρτητο από την εθνική (χρηματοδοτούμενη από τον κρατικό προϋπολογισμό) σύνταξη και αθροίζεται με αυτήν, και της άρρηκτης σύνδεσής του με τις καταβληθείσες εισφορές, ως βάση υπολογισμού των οποίων καθιερώνεται, ενιαίως, το εισόδημα των υπαγομένων στην ασφάλιση του ανωτέρω φορέα από την ασφαλιστέα δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Προκειμένου δε να διασφαλισθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος (βλ. σχετικώς την αιτιολογική έκθεση του ν. 4387/2016), προβλέπεται η άμεση εφαρμογή των νέων, ενιαίων κανόνων υπολογισμού των συντάξεων και επί των ήδη συνταξιούχων του Δημοσίου, μέσω του επανυπολογισμού των συντάξεών τους κατά τους ορισμούς του άρθρου 14 του ν. 4387/2016. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό, όπως ίσχυε αρχικώς, έως τις 31.12.2018 (οπότε ολοκληρώνεται, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής) οι ήδη καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου συντάξεις εξακολουθούν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2014, δηλαδή κατόπιν συνυπολογισμού των περικοπών που είχαν επέλθει στις συντάξεις του Δημοσίου κατ’ εφαρμογή των νόμων 4024/2011, 4051/2012 και 4093/2012, καθώς και της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων του άρθρου 11 του ν. 3865/2010, ενώ από 1.1.2019 και εφόσον το ποσό της σύνταξης, όπως υπολογίζεται, είναι μεγαλύτερο από το ήδη καταβαλλόμενο, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος, και ως την πλήρη εξάλειψή του, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων. Στη συνέχεια, όμως, και από 19.5.2017, οπότε δημοσιεύθηκε ο ν. 4472/2017, ορίσθηκε, τροποποιηθέντος με το νόμο αυτόν, κατά τούτο, του ως άνω άρθρου 14 του ν. 4387/2016, ότι το τυχόν υπερβάλλον μετά τον επανυπολογισμό ποσό περικόπτεται μέχρι ποσοστού 18% επί της καταβαλλόμενης κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 κύριας σύνταξης του δικαιούχου. Τέλος, με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 του εν λόγω ν. 4387/2016 ορίσθηκε, για τους ήδη κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού συνταξιούχους του Δημοσίου, ανώτατο όριο δυναμένης να καταβληθεί σύνταξης. Ειδικότερα, προβλέφθηκε, ως προς αυτούς, η αναστολή καταβολής, έως τις 31.12.2018 (ημερομηνία ολοκλήρωσης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, κατά τα προεκτεθέντα), κάθε ατομικής μηνιαίας σύνταξης, κατά το ποσό (ακαθάριστο) που υπερβαίνει τις 2.000 ευρώ (ή τις 3.000 ευρώ, προκειμένου περί αθροίσματος συντάξεων), καθώς και η καταβολή εκ νέου, από 1.1.2019, του υπερβάλλοντος ποσού, εφόσον αυτό προκύψει μετά τον επανυπολογισμό της σύνταξης επί τη βάσει των οριζομένων στο ως άνω άρθρο 14, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου, όμως, όπως ήδη ισχύουν, το υπερβάλλον ποσό, όπως υπολογίζεται με βάση τις περικοπές που θεσπίσθηκαν με τους νόμους 4024/2011, 4051/2012 και 4093/2012 και μετά την αφαίρεση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων του άρθρου 11 του ν. 3865/2010 [η οποία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εξακολουθεί να αφαιρείται για να υπολογισθεί το τελικώς καταβλητέο στο συνταξιούχο ποσό σύνταξης, αν και με την απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου 244/2017 οι προβλέπουσες την εισφορά αυτή διατάξεις (και συνακόλουθα και εκείνες των άρθρων 44 παρ. 10 του ν. 3986/2011 και 2 παρ. 13 του ν. 4002/2011) κρίθηκαν ως αντίθετες προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και ως χρονικό σημείο επέλευσης των αποτελεσμάτων της διάγνωσης της αντισυνταγματικότητας αυτής ορίσθηκε ο χρόνος δημοσίευσης της ως άνω απόφασης, δηλαδή η 8.2.2017], υπόκειται σε περικοπή μέχρι ποσοστού 18% επί της καταβαλλόμενης σύνταξης, κατά τα ανωτέρω. Εξάλλου, ειδικώς ως προς το άρθρο 13 του ν. 4387/2016, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ότι σκοπός των μεταβατικών αυτών διατάξεων είναι η οικονομική εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος και η άμβλυνση κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων. Όσον αφορά δε την εισαχθείσα με το ν. 4472/2017 ως άνω τροποποίηση περί περικοπής του υπερβάλλοντος ποσού των συντάξεων κατά ποσοστό 18%, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού εκτίθεται σχετικώς ότι η ρύθμιση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιτυχής ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης στο πλαίσιο του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και να επιτευχθεί σταθερή και άμεση χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας, αφού προηγουμένως περισταλεί η συνταξιοδοτική δαπάνη. Εξάλλου, εκτός από τις προαναφερόμενες στις περικοπές των κύριων συντάξεών τους, οι συνταξιούχοι του Δημοσίου υποβλήθηκαν, παραλλήλως, και στο σύνολο των γενικής φύσεως οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της Χώρας, τέτοια δε μέτρα ήταν, μεταξύ άλλων, η σταδιακή μείωση του αφορολόγητου ορίου, ο περιορισμός των κλιμακίων και φορολογικών εκπτώσεων και η αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος (άρθρα 27 του ν. 3986/2011, 1 επ. του ν. 3842/2010, 38 του ν. 4024/2011 κ.ά.), η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (άρθρα 29 και 38 του ν. 3986/2011), η διαδοχική αύξηση των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας, η υπαγωγή στους αυξημένους συντελεστές αγαθών και υπηρεσιών που υπάγονταν σε κατώτερη κλίμακα και η αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης (άρθρα 12 επ. του ν. 3833/2010, 34 του ν. 3986/2011 κ.ά.), η εξίσωση του φόρου πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης (άρθρο 36 του ν. 3986/2011), καθώς και αντίστοιχες επεμβάσεις στη φορολογία ακίνητης περιουσίας, με μείωση του αφορολόγητου ορίου και αύξηση των φορολογικών συντελεστών του φόρου ακίνητης περιουσίας και επιβολή του ειδικού φόρου ηλεκροδοτουμένων χώρων (άρθρα 33 του ν. 3986/2011, 53 του ν. 4021/2011 κ.ά.).
(Δ) Με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Β.3 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη αφενός στη μείωση των συντάξεων των συνταξιούχων εν γένει του Δημοσίου και αφετέρου στην κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για όσους εκ των συνταξιούχων του Δημοσίου εξακολουθούσαν να τα λαμβάνουν, επικαλούμενος προς δικαιολόγηση των περικοπών αυτών, την ανάγκη να περισταλεί η δημοσιονομική δαπάνη των καταβαλλόμενων από το Δημόσιο συντάξεων, προκειμένου να διασφαλισθεί η πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής της Χώρας μέσω, κυρίως, περικοπών κρατικών δαπανών μεταξύ των οποίων και των συντάξεων (βλ. και τα αναφερόμενα στο Μνημόνιο Συνεννόησης, που έχει προσαρτηθεί στο ν. 4046/2012, σε εφαρμογή του οποίου εκδόθηκε ο ν. 4093/2012). Μάλιστα ο νομοθέτης, χωρίς να διακρίνει μεταξύ των διάφορων κατηγοριών συνταξιούχων λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, προέβη γενικώς σε μειώσεις των καταβαλλόμενων σε αυτούς συντάξεων, αποδίδοντας σημασία, για τον καθορισμό του ύψους της μείωσης, ομοιόμορφα ως προς όλες τις κατηγορίες δικαιούχων, αποκλειστικώς και μόνο στο μαθηματικό ύψος των έως τότε χορηγούμενων συνολικών ποσών συντάξεων. Και ναι μεν ο διακηρυσσόμενος ως άνω σκοπός της περιστολής των δημοσιονομικών δαπανών αποτελεί πράγματι σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει, κατ’ αρχήν, τη λήψη μέτρων περικοπής των καταβαλλόμενων από το Δημόσιο συντάξεων. Εν προκειμένω, όμως, και δεδομένου ότι οι επίμαχες περί αναπροσαρμογής των συντάξεων ρυθμίσεις του ν. 4093/2012 αφορούν και τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, δεν ελήφθη καθόλου υπόψη, κατά τον προσδιορισμό των ανωτέρω μειώσεων των συντάξεων, η ιδιαίτερη συνταξιοδοτική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών, την οποία κατοχυρώνει, κατά τα προεκτεθέντα, το Σύνταγμα ως εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και της μέσω αυτής παροχής στους πολίτες αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Ειδικότερα, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4093/2012 ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των περικοπών στις συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, ειδικώς κατά το μέρος που αφορούν αυτές τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, ελήφθησαν υπόψη, πέραν του ανωτέρω αμιγώς ποσοτικού (αριθμητικού) και, ως εκ τούτου, προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της επίτευξης, δηλαδή, συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του εν γένει μισθολογικού κόστους του Δημοσίου (βλ. σχετικώς την οικεία ως άνω έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), το κύρος και η αποστολή του δικαστικού λειτουργήματος καθώς και η σημασία αυτού για την πραγμάτωση του κράτους δικαίου. Ούτε προκύπτει ότι έγιναν ειδικές εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις από τις εν λόγω μειώσεις σε βάρος των συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών ούτε αν οι εκ των μειώσεων προερχόμενες επιπτώσεις είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το οικονομικό όφελος που θα προκύψει ούτε, τέλος, αν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς. Δεν εξετάσθηκε, επίσης, αν οι συντάξεις ειδικώς των συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, σε σχέση αναλογίας με τις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, όπως απαιτείται από το Σύνταγμα, ώστε να διασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωσή τους, δηλαδή η διαβίωσή τους κατά τρόπο συνάδοντα προς το κύρος του λειτουργήματος που ασκούσαν ως όργανα της τρίτης πολιτειακής εξουσίας. Η συνεκτίμηση δε, από μέρους του κοινού νομοθέτη, των ως άνω κριτηρίων και παραγόντων ήταν επιβεβλημένη, κατά το μέρος που οι επίμαχες περικοπές αφορούν συντάξεις τέως δικαστικών λειτουργών, ενόψει της, κατά τα ανωτέρω, ιδιαίτερης συνταξιοδοτικής μεταχείρισης των δικαστικών λειτουργών, η οποία απορρέει ευθέως από το, εξειδικεύον τις προκύπτουσες από το άρθρο 26 του Συντάγματος αρχές, άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος ως εγγύηση της λειτουργικής και προσωπικής τους ανεξαρτησίας. Περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ως άνω ν. 4093/2012, όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσεως και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της, οι συγκεκριμένες μειώσεις των συντάξεων, κατά το μέρος που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίες επήλθαν με το νόμο αυτόν αποκλειστικά με βάση το προαναφερόμενο καθαρώς ποσοτικό κριτήριο του ύψους της καταβαλλόμενης σύνταξης εν γένει, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, καθώς και με τις υπόλοιπες μειώσεις που, κατά τα προεκτεθέντα, έχουν επιβληθεί διαδοχικώς στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και τις αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις κατά τα άνω, υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο του αναγκαίου μέτρου που θέτει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) (πρβλ. αποφάσεις του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου 88/2013, 203/2014, 171/2016, πρβλ. και αποφάσεις Ολομ. ΣτΕ 2287- 2288/ 2015, καθώς και Ολομ. Ελεγκτικού Συνεδρίου 4327/2014). Και ναι μεν το Δημόσιο, με το από 8.12.2017 υπόμνημά του προς το παρόν Ειδικό Δικαστήριο, επικαλείται ως γενικότερο λόγο μείζονος δημοσίου συμφέροντος, δικαιολογούντα τις επίμαχες περικοπές των συντάξεων, τον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος της Χώρας. Ανεξαρτήτως, όμως, του γεγονότος ότι οι επίμαχες περικοπές, οι οποίες συνιστούν μέτρα λαμβανόμενα για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, εν τούτοις, για πολλοστή φορά, κατά παράβαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρεώσεως όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια ομάδα θιγόμενων προσώπων (συνταξιούχοι του Δημοσίου) (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 4741/2014, 2192-2196/2014, 668/2012, Ελεγκτικού Συνεδρίου Ολομ. 4327/2014), πάντως, ο ανωτέρω λόγος, περιοριζόμενος στην ανάγκη μείωσης των συνταξιοδοτικών δαπανών του Δημοσίου προς διασφάλιση της δημοσιονομικής προσαρμογής, την οποία επέβαλαν κυρίως «τα συνεχή προβλήματα της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση» (βλ. σχετικώς το προσαρτηθέν στο ν. 4046/2012 Μνημόνιο Συνεννόησης), δεν αρκεί, ούτε αυτός, για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτές τις συγκεκριμένες ως άνω περικοπές. Και τούτο διότι, ειδικώς ως προς τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, ενόψει και των προβλεπόμενων ποσοστών μείωσης του συνολικού ποσού των συντάξεων [15% και 20% για συντάξεις από 2.000,01 ευρώ και άνω και από 3.000,01 ευρώ και άνω, αντίστοιχα, με συνέπεια, μεταξύ άλλων, οι κατέχοντες κατά την έξοδο από την υπηρεσία τους ανώτατους βαθμούς και τις αντίστοιχες θέσεις αυξημένης ευθύνης δικαστικοί λειτουργοί, όπως οι Πρόεδροι των ανωτάτων Δικαστηρίων, δηλαδή οι επικεφαλής της τρίτης κρατικής λειτουργίας, να υφίστανται τις μεγαλύτερες μειώσεις], δεν προκύπτει ότι ελήφθη πρόνοια για τη διατήρηση της απαιτούμενης από το Σύνταγμα σταθερής αναλογίας των συντάξεών τους με τις αποδοχές ενεργείας, συνεκτιμωμένων και των αλλεπάλληλων περικοπών που είχαν ήδη επιβληθεί στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών κατ’ εφαρμογή των προγενέστερων του ν. 4093/2012 προαναφερθέντων νόμων, οι οποίοι κρίθηκαν από το παρόν Δικαστήριο ως μη αντικείμενοι στις αφορώσες τη δικαστική λειτουργία συνταγματικές διατάξεις (βλ. τις αποφάσεις 164/2015 και 35/2014 του παρόντος Δικαστηρίου). Μάλιστα, εν προκειμένω, σύμφωνα με τους ειδικότερους ισχυρισμούς του ενάγοντος και τα προσκομισθέντα σχετικώς στοιχεία, οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές των ομοιοβάθμων του ενάγοντος εν ενεργεία Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων (χωρίς συνυπολογισμό των προβλεπόμενων αντισταθμιστικών παροχών) ανέρχονταν, από 1.7.2015, σε ποσό μεγαλύτερο των 4.000 ευρώ, ενώ, αντιστοίχως, η μηνιαία σύνταξη του ενάγοντος διαμορφώθηκε με βάση τον ν. 4093/2012 (μετά την εφαρμογή επί του ακαθαρίστου ποσού και των μειώσεων των νόμων 4024/2011 και 4051/2012, ύψους, αντιστοίχως, 848,41 και 395,23 ευρώ) στο καθαρό ποσό των 2.382,40 ευρώ, υπολειπόμενη, ως εκ τούτου, των αποδοχών ενεργείας κατά ποσοστό ανώτερο του 40% και συνεπαγόμενη, πράγματι ανατροπή της ως άνω συνταγματικώς επιβαλλόμενης αναλογίας των συντάξεων και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών (πρβλ. απόφαση ΔΕΕ της 6.11.2012 επί προσφυγής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά Ουγγαρίας, υπόθεση C-286/12, σκέψη 72, απόφαση ΕΔΔΑ της 15.4.2014, Stefanetti και λοιποί κατά Ιταλίας, σκέψεις 64-66). Κατόπιν αυτών, κατά την πλειοψηφία των μελών του Δικαστηρίου, οι διατάξεις της υποπαραγράφου Β.3 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, κατά το μέρος που αφορούν τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και ελήφθησαν υπόψη για τον επανυπολογισμό των συντάξεών τους κατά το άρθρο 14 παράγραφοι 1 περ. β και 2 περ. α του νεότερου ν. 4387/2016, αντίκεινται, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αγωγή, στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος και στις εξειδικεύουσες αυτές, ως προς τη δικαστική εξουσία, διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος [με μειοψηφία δύο μελών].
(Ε) Με το ν. 4387/2016 εισάγεται νέο, ενιαίο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, στο οποίο υπάγονται όλοι ανεξαιρέτως οι απασχολούμενοι, δηλαδή πέραν των απασχολουμένων στον ιδιωτικό τομέα και οι υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, καθώς και οι αντίστοιχες κατηγορίες συνταξιούχων. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 του εν λόγω νόμου επιβάλλεται προσωρινό, μέχρι 31.12.2018, ανώτατο όριο ποσού 2.000 ευρώ στις καταβαλλόμενες ατομικές μηνιαίες συντάξεις των προσώπων που είχαν καταστεί συνταξιούχοι του Δημοσίου έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 (12.5.2016), προβλέπεται δε και η εκ νέου καταβολή, από 1.1.2019, του τυχόν υπερβάλλοντος το ανώτατο αυτό όριο τμήματος της σύνταξης, μετά τον επανυπολογισμό αυτής κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ίδιου νόμου. Σκοπός της μεταβατικής αυτής ρύθμισης είναι, κατά τα προκύπτοντα από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, η οικονομική εξυγίανση και η μεσοπρόθεσμη διασφάλιση του ασφαλιστικού συστήματος καθώς και η άμβλυνση κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων έως την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ο σκοπός δε αυτός αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσει τη λήψη μέτρων περιστολής των εν γένει συνταξιοδοτικών δαπανών του Δημοσίου. Ανεξαρτήτως, όμως, εάν η θέσπιση, αδιακρίτως, ενιαίων κανόνων επιβολής εισφορών και χορήγησης ασφαλιστικών παροχών για όλες τις κατηγορίες απασχολουμένων και συνταξιούχων, στο πλαίσιο ενιαίου φορέα, οργανωμένου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης, και ιδιαιτέρως αν η υπαγωγή στο φορέα αυτόν λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, είναι ή όχι αντίθετη προς το άρθρο 4 του Συντάγματος ή προς άλλες τυχόν συνταγματικές διατάξεις, καθώς και αν η αναφερόμενη στο τρίτο Μνημόνιο δέσμευση για ενοποίηση όλων των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης σε μία ενιαία οντότητα αφορά και το φορέα παροχής της σύνταξης των δημοσίων λειτουργών, υπαλλήλων και στρατιωτικών (βλ. απόφαση Ελεγκτικού Συνεδρίου Ολομ. 244/2017 σκέψεις VI. A., A.1. και Α.2, Χ. Α.2 και Α.4), πάντως, εν προκειμένω, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4387/2016, και ιδίως από την αιτιολογική του έκθεση, την έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, τα πρακτικά συνεδριάσεων της Βουλής και τις μελέτες που συνοδεύουν τον εν λόγω νόμο, ουδόλως προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να αφορά ειδικώς το κατοχυρωμένο από τα άρθρα 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος μισθολογικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς των δικαστικών λειτουργών. Αντιθέτως, προκύπτει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί, εν ενεργεία και συνταξιούχοι, αντιμετωπίσθηκαν από το ν. 4387/2016 κατά τρόπο ενιαίο, τουλάχιστον με το σύνολο των απασχολουμένων στο Δημόσιο και εντάχθηκαν και αυτοί, όπως όλοι οι απασχολούμενοι στο Δημόσιο, άμεσα και έμμεσα κρατικά όργανα, τόσο στις πάγιες ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου όσο και στις μεταβατικές ρυθμίσεις του άρθρου 13 αυτού, χωρίς να έχει συνεκτιμηθεί, ειδικώς κατά τη θέσπιση, με το τελευταίο αυτό άρθρο, ανώτατου ορίου στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις, η ιδιαίτερη συνταξιοδοτική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργιών, την οποία κατοχυρώνει, κατά τα ανωτέρω, το Σύνταγμα ως εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και δι’ αυτής την εξασφάλιση της παροχής στους πολίτες αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, και χωρίς να προκύπτει, βάσει συγκεκριμένων εκτιμήσεων, ότι η σκοπούμενη με τις ρυθμίσεις του ν. 4387/2016 διατήρηση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος δεν ήταν δυνατή παρά μόνον με τη θέσπιση τέτοιων δραστικών μειώσεων στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών. Περαιτέρω, ναι μεν δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, ο κοινός νομοθέτης, επικαλούμενος εξαιρετικά σοβαρούς λόγους γενικότερου συμφέροντος, να προβαίνει στη θέσπιση, και δη προσωρινώς, ανώτατου ορίου στις καταβαλλόμενες συντάξεις μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, όπως είναι οι συνταξιοδοτούμενοι από το Δημόσιο λειτουργοί και υπάλληλοι. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, για τον υπολογισμό της καταβλητέας μηνιαίας σύνταξης, κατά τα οριζόμενα στο ανωτέρω άρθρο 13 του ν. 4387/2016, αφαιρούνται από το ανώτατο όριο των 2.000 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις για την υγειονομική περίθαλψη και την εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων (παρά την, κατά τα προεκτεθέντα, διάγνωση της αντισυνταγματικότητας της προβλέπουσας αυτήν διατάξεως με την προαναφερθείσα απόφαση 244/2017 του Ελεγκτικού Συνεδρίου), και, περαιτέρω, μετά και την αφαίρεση του παρακρατούμενου φόρου, το καθαρό ποσό σύνταξης που δικαιούνται έως τις 31.12.2018 οι υπαγόμενοι στη μεταβατική αυτή ρύθμιση συνταξιούχοι δικαστικοί λειτουργοί, διαμορφώνεται, κατά κανόνα, όπως συνάγεται από τα στοιχεία του φακέλου, σε ύψος μικρότερο ή ελάχιστα ανώτερο των 1.500 ευρώ. Με τα δεδομένα δε αυτά, η διάρρηξη της σχέσης αναλογίας μεταξύ σύνταξης και αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών, η οποία είχε ήδη επέλθει με τις περικοπές του ν. 4093/2012 κατά τα άνω, επιτείνεται πλέον κατά πολύ με την εφαρμογή των εν λόγω μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 4387/2016, οι οποίες, θεσπισθείσες μετά την πάροδο έξι ετών από την έναρξη της οικονομικής κρίσης, εμφανίζονται μεν ως εντασσόμενες στο πλαίσιο αναμορφώσεως του συνολικού ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος – και, επομένως, ως άσχετες με προηγούμενες περικοπές συνταξιοδοτικών παροχών – στην πραγματικότητα, όμως, αποτελούν συνέχεια των προηγούμενων αλλεπάλληλων περικοπών, καθεμία των οποίων επιβλήθηκε αυτοτελώς χωρίς συνεκτίμηση των προηγηθεισών και, ως εκ τούτου, χωρίς καμία εκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεών τους, με την επίκληση και μόνον των εκάστοτε δημοσιονομικών συνθηκών και δυσχερειών. Εξάλλου, το γεγονός ότι η τελευταία αυτή ρύθμιση του άρθρου 13 του ν. 4387/2016 περί επιβολής ανώτατου ορίου στις καταβαλλόμενες συντάξεις αφορά περιορισμένο χρονικό διάστημα (έως τις 31.12.2018), όπως προβάλλει το Δημόσιο με το προαναφερθέν υπόμνημά του, δεν αναιρεί τη διαπίστωση περί αντιθέσεως των ανωτέρω διατάξεων προς τις διατάξεις των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι αφενός μεν η εφαρμογή του επίμαχου μέτρου προβλέπεται, πάντως, για ικανό χρονικό διάστημα (τριάντα μηνών), αφετέρου δε το μέτρο αυτό συνεπάγεται περαιτέρω περικοπές στις ήδη μειωθείσες, κατά τα προεκτεθέντα, σε επίπεδο μη ανταποκρινόμενο στις συνταγματικές απαιτήσεις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών. Μάλιστα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο υπολογισμός των συντάξεων κατ’ εφαρμογή των ως άνω μεταβατικών διατάξεων έγινε το πρώτον από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2017, είναι δυνατόν η εφαρμογή του μέτρου αυτού να οδηγήσει στον επανυπολογισμό των ποσών των συντάξεων που είχαν καταβληθεί στους δικαιούχους δικαστικούς λειτουργούς κατά το από 1.6.2016 έως 30.9.2017 χρονικό διάστημα χωρίς τις περικοπές που συνεπάγεται η επιβολή του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου, και στην παρακράτηση από τις εφεξής καταβαλλόμενες συντάξεις του ποσού της διαφοράς, με συνέπεια για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η παρακράτηση αυτή οι συνταξιοδοτικές παροχές των ήδη συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών να εμφανίζονται ακόμη περισσότερο μειωμένες. Άλλωστε, η εμφανιζόμενη ως προσωρινή (έως 31.12.2018) μείωση της καταβαλλόμενης σύνταξης δεν είναι πράγματι προσωρινή, εφόσον, και μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 4387/2016, η σύνταξη των δικαστικών λειτουργών δεν πρόκειται να επανέλθει όχι μόνον στο ποσό στο οποίο ανερχόταν πριν από την θεσπισθείσα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Β.3 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 περικοπή, αλλά ούτε καν στο μειωμένο ποσό στο οποίο ανερχόταν κατόπιν της περικοπής αυτής κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016. Τούτο δε ενόψει των θεσπιζομένων με το άρθρο 14 του ίδιου ν. 4387/2016 ρυθμίσεων, διότι – εκτός του ότι, μετά την τροποποίηση της περ. β΄ της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4472/2017, το τυχόν υπερβάλλον ποσό δεν καταβάλλεται, κατά τα προεκτεθέντα, ολόκληρο, όπως προβλεπόταν αρχικώς, αλλά μειωμένο κατά 18% - για τον επανυπολογισμό της σύνταξης (και ειδικότερα για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της) λαμβάνεται μεν υπόψη ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου κανονίσθηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, αλλά εφαρμόζονται και τα ποσοστά αναπλήρωσης, που θεσπίζονται με το άρθρο 8 του εν λόγω νόμου, στο οποίο παραπέμπει ρητώς η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 14, η εφαρμογή δε των ποσοστών αυτών, ως εκ του ύψους και της κλιμακώσεώς των, συνεπάγεται περαιτέρω διατάραξη της αναλογίας μεταξύ της καταβαλλόμενης στους δικαστικούς λειτουργούς σύνταξης και των αποδοχών ενεργείας (πρβλ. απόφαση Ελεγκτικού Συνεδρίου 244/2017 σκέψη VI. A.3). Εξάλλου, οι αλλεπάλληλες τροποποιήσεις διατάξεων του τελευταίου αυτού ν. 4387/2016 (βλ. τους ν. 4461/2017, Α΄ 38/28.3.2017, ν. 4472/2017, Α΄ 74/19.5.2017, ν. 4488/2017, Α΄ 137/13.9.2017), οι οποίες ακολουθούν τους αλλεπάλληλους προγενέστερους νόμους, με τους οποίους θεσπίσθηκαν διάφορες περικοπές και μειώσεις, δεν διασφαλίζουν την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου [πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 1738, 2649/2017 Ολομ., 2034/2011 Ολομ., 4731/2014, 640/2015 κ.ά.], και εντείνουν την αβεβαιότητα ως προς το συνταξιοδοτικό καθεστώς, γεγονός που, προδήλως, όχι μόνον επηρεάζει αμέσως τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, αλλά δεν συντελεί και στην επιτέλεση του δικαστικού λειτουργήματος από τους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς χωρίς περισπασμούς (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 26.4.2006, Zubko και λοιποί κατά Ουκρανίας, σκέψεις 67-69, απόφαση ΔΕΕ της 6.11.2012, C-286/12, σκέψη 72). Με τα δεδομένα αυτά, λαμβανομένου υπόψη και του συνολικού ύψους των συνταξιοδοτικών περικοπών που έχουν επέλθει με τις προαναφερθείσες προγενέστερες διατάξεις και της εγγενούς δυσχέρειας αναπλήρωσης του περικοπτόμενου εισοδήματος, η περικοπή της σύνταξης των δικαστικών λειτουργών κατ’ εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 4387/2016 μετά από τον επανυπολογισμό αυτής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, συνεπαγόμενος σοβαρή μείωση του εισοδήματός τους και ανατροπή των οικονομικών δεδομένων στα οποία δικαιολογημένα είχαν αποβλέψει, ουδόλως συνάδει προς τις συνταγματικές εγγυήσεις για τη διατήρηση, και μετά το πέρας του ενεργού υπηρεσιακού βίου των δικαστικών λειτουργών, επιπέδου διαβίωσης ανάλογου προς το κύρος του δικαστικού λειτουργήματος και εγγύτερου κατά το δυνατόν προς εκείνο το οποίο εξασφάλιζαν οι αποδοχές τις οποίες ελάμβαναν στη θέση και στο βαθμό που κατείχαν κατά την αποχώρηση από την ενεργό υπηρεσία [πρβλ. αποφάσεις Ελεγκτικού Συνεδρίου Ολομ. 244/2017 σκέψη VI. A.3, 4327/2014 και το προαναφερθέν άρθρο 6 παρ. 6.4 του Ευρωπαϊκού Χάρτη για το καθεστώς των δικαστών• βλ., άλλωστε, και τα εξαγγελλόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ίδιου του ν. 4387/2016 και στο άρθρο 2 παρ. 3 αυτού, σύμφωνα με τα οποία το εισαγόμενο με αυτόν νέο σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης διατηρεί ως προς τους συνταξιούχους, «στο βαθμό του δυνατού, την εγγύτητα με το κεκτημένο κατά τον εργασιακό βίο επίπεδο ζωής» (κατά τη διατύπωση της αιτιολογικής έκθεσης) και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης «όσο το δυνατό εγγύτερα προς εκείνο που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου» (κατά τη διατύπωση του ως άνω άρθρου)]. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, κατά την ομόφωνη (ως προς το ζήτημα αυτό) κρίση του Δικαστηρίου, οι προπαρατεθείσες μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 4387/2016, κατά το μέρος που αφορούν τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, αντίκεινται και αυτές, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αγωγή, στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος και στις εξειδικεύουσες αυτές, ως προς τη δικαστική εξουσία, διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος.

 

Tags: 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.
CAPTCHA
This question is for testing whether or not you are a human visitor and to prevent automated spam submissions.