Συμβατότητα της υποχρεωτικής διοικητικής προσφυγής προς το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του άρθρου 47 του Χάρτη (ΔΕΕ της 27.9.2017, C-73/16, Peter Puškár)

 

Αναδημοσίευση από www.prevedourou.gr/

 

Συμβατότητα της υποχρεωτικής διοικητικής προσφυγής προς το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του άρθρου 47 του Χάρτη (ΔΕΕ της 27.9.2017, C-73/16, Peter Puškár)

Συμβατότητα της υποχρεωτικής διοικητικής προσφυγής προς το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του άρθρου 47 του Χάρτη (ΔΕΕ της 27.9.2017, C-73/16, Peter Puškár)

Στο πλαίσιο διχογνωμίας μεταξύ του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Ústavný súd) της Σλοβακίας και του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Najvyšší súd) του κράτους αυτού, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα σε υπόθεση που αφορά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το ζήτημα ουσιαστικού δικαίου που ανέκυψε εν προκειμένω είναι αν τα θεμελιώδη δικαιώματα στην ιδιωτική ζωή (άρθρο 7 του Χάρτη) και στην προστασία των δεδομένων (άρθρο 8 του Χάρτη), καθώς και η οδηγία περί προστασίας των δεδομένων, απαγορεύουν σε κράτος μέλος να καταρτίζει, χωρίς τη συγκατάθεση του θιγομένου, καταλόγους δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της φορολογικής διοίκησης. Το Δικαστήριο έδωσε καταφατική απάντηση, εφόσον η κατάρτιση του καταλόγου, αφενός, συνιστά πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την επίτευξη των δημοσίου συμφέροντος σκοπών της είσπραξης του φόρου και της πάταξης της φοροδιαφυγής και, αφετέρου, πληροί τις προϋποθέσεις της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που θέτει η οδηγία 95/46. Η ανωτέρω διχογνωμία εγείρει και δικονομικά ζητήματα, των οποίων η εξέταση προηγείται, σχετικά με την αποτελεσματική δικαστική προστασία. Το πρώτο ζήτημα έγκειται στο αν η υποχρεωτική εξάντληση των διαδικασιών διοικητικής προσφυγής μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση άσκησης ενδίκου βοηθήματος. Αναλύεται το περιεχόμενο της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης, όπως αυτή συνάγεται από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας του άρθρου 4 παρ. 3 ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 19 ΣΕΕ και εξειδικεύεται στο άρθρο 47 του Χάρτη. Περαιτέρω, τόσο το Δικαστήριο όσο και η γενική εισαγγελέας J. Kokott αναφέρονται στις λειτουργίες των υποχρεωτικών διοικητικών προσφυγών ως μέσων αποσυμφόρησης των δικαστηρίων και εκκαθάρισης των υποθέσεων. Η γενική εισαγγελέας παραπέμπει συναφώς και στον αντίστοιχο θεσμό του γερμανικού δικονομικού δικαίου (Widerspruchsverfahren, του άρθρου 68 του Verwaltungsgerichtsordnung) και στις θετικές επιπτώσεις του για την αποτελεσματική δικαστική προστασία. Το δεύτερο δικονομικό ζήτημα έγκειται στο αν είναι νόμιμη η απόρριψη του καταλόγου ως απαράδεκτου αποδεικτικού μέσου, εφόσον αυτός κοινολογήθηκε χωρίς τη συγκατάθεση του υπεύθυνου επεξεργασίας, δηλαδή των φορολογικών αρχών. To Δικαστήριο εξαρτά τη νομιμότητα της ως άνω απόρριψης, που συνιστά περιορισμό του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, από τη νομοθετική του πρόβλεψη και από τη συμβατότητά του προς την αρχή της αναλογικότητας. Τέλος, υποβλήθηκε το ερώτημα αν το εθνικό δικαστήριο οφείλει να συνταχθεί προς τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), σε περίπτωση διχογνωμίας μεταξύ των δύο αυτών δικαστηρίων, αλλά το ΔΕΕ δεν έδωσε απάντηση, καθόσον έκρινε ότι το ερώτημα είναι απαράδεκτο.

Διάγραμμα της απόφασης Ι. Συμβατότητα της υποχρεωτικής άσκησης διοικητικής προσφυγής πριν από την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος προς το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (πρώτο ερώτημα)

45      Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ότι η άσκηση δικαστικής προσφυγής από πρόσωπο επικαλούμενο προσβολή του δικαιώματός του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα το οποίο κατοχυρώνεται στην οδηγία 95/46 εξαρτάται από την προηγούμενη εξάντληση των διαδικασιών διοικητικής προσφυγής που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο.

Επί του παραδεκτού

49      Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ αυτού και των εθνικών δικαστηρίων την οποία έχει θεσμοθετήσει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, απόκειται μόνο στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει τη διαφορά και πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της δικαστικής απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής απόφασης για να είναι σε θέση να εκδώσει την απόφασή του όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Επομένως, εφόσον τα ερωτήματα που τίθενται αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει καταρχήν να αποφανθεί (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Απριλίου 2017, Stichting Brein, C‑527/15, EU:C:2017:300, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

50      Τα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη, και του οποίου την ακρίβεια δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή (βλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, YS κ.λπ., C‑141/12 και C‑372/12, EU:C:2014:2081, σκέψη 63). Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής απόφασης μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Απριλίου 2017, Stichting Brein, C‑527/15, EU:C:2017:300, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

 Επί της ουσίας

54      Το άρθρο 22 της οδηγίας 95/46 επιβάλλει ρητώς στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου σε περίπτωση προσβολής δικαιωμάτων κατοχυρωμένων από την εθνική νομοθεσία που εφαρμόζεται στη σχετική επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

55      Η εν λόγω οδηγία δεν περιέχει καμία διάταξη η οποία να διέπει ειδικά τις προϋποθέσεις άσκησης της εν λόγω προσφυγής, αλλά ούτε και αποκλείει το ενδεχόμενο το εθνικό δίκαιο να προβλέπει και διαδικασίες διοικητικής προσφυγής. Αντιθέτως, παρατηρείται ότι το εν λόγω άρθρο 22 ορίζει ρητώς ότι «με την επιφύλαξη ενδεχόμενης άσκησης διοικητικής [προσφυγής], ιδίως ενώπιον της αρχής ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 28 [της οδηγίας 95/46], προτού επιληφθεί δικαστική αρχή», τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου.

56      Πρέπει ωστόσο να καθοριστεί αν το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν την εξάντληση των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής ως προαπαιτούμενο για την άσκηση τέτοιας δικαστικής προσφυγής.

57      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται στα δικαστήρια των κρατών μελών, δυνάμει της διαλαμβανόμενης στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, να διασφαλίζουν τη δικαστική προστασία των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης, ενώ το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2016, Lesoochranárske zoskupenie VLK, C‑243/15, EU:C:2016:838, σκέψη 50, και της 26ης Ιουλίου 2017, Sacko, C‑348/16, EU:C:2017:591, σκέψη 29).

58      Η υποχρέωση αυτή που επιβάλλεται στα κράτη μέλη αντιστοιχεί στο δικαίωμα του άρθρου 47 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου» και κατά το οποίο κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου (βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund, C‑682/15, EU:C:2017:373, σκέψη 44, και της 26ης Ιουλίου 2017, Sacko, C‑348/16, EU:C:2017:591, σκέψη 30).

59      Συνεπώς, όταν τα κράτη μέλη καθορίζουν τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τα ένδικα βοηθήματα με τα οποία εξασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων που απονέμονται από την οδηγία 95/46, πρέπει να εγγυώνται την τήρηση του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και πρόσβασης σε αμερόληπτο δικαστήριο, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο αποτελεί επιβεβαίωση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Star Storage κ.λπ., C‑439/14 και C‑488/14, EU:C:2016:688, σκέψη 46, καθώς και της 26ης Ιουλίου 2017, Sacko, C‑348/16, EU:C:2017:591, σκέψη 31).

60      Επομένως, τα χαρακτηριστικά της προσφυγής του άρθρου 22 της οδηγίας 95/46 πρέπει να καθορίζονται τηρουμένου του άρθρου 47 του Χάρτη (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2015, Tall, C‑239/14, EU:C:2015:824, σκέψη 51, και της 26ης Ιουλίου 2017, Sacko, C‑348/16, EU:C:2017:591, σκέψη 31).

61      Εν προκειμένω, στη διαφορά της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι το γεγονός ότι το παραδεκτό δικαστικής προσφυγής, η οποία ασκείται από πρόσωπο επικαλούμενο προσβολή του δικαιώματός του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κατοχυρώνεται στην οδηγία 95/46, εξαρτάται από την προηγούμενη εξάντληση των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής συνιστά πρόσθετη απαίτηση της εθνικής νομοθεσίας για την πρόσβαση στο δικαστήριο. Όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας με το σημείο 53 των προτάσεών της, η εν λόγω δικονομική προϋπόθεση καθυστερεί την πρόσβαση στην άσκηση δικαστικής προσφυγής και μπορεί να προκαλέσει πρόσθετα έξοδα.

62      Επομένως, η υποχρέωση εξάντλησης των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής συνιστά, ως προαπαιτούμενο για την άσκηση δικαστικής προσφυγής, περιορισμό του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη, ο οποίος, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, δικαιολογείται μόνον εφόσον προβλέπεται από τον νόμο, σέβεται το βασικό περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος και, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίος και ανταποκρίνεται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Star Storage κ.λπ., C‑439/14 και C‑488/14, σκέψη 49).

63      Διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, στην υπόθεση της κύριας δίκης η νομική βάση της υποχρέωσης εξάντλησης των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής θεσπίζεται από το άρθρο 250v, παράγραφος 3, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ότι προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Star Storage κ.λπ., C‑439/14 και C‑488/14, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

64      Επιπλέον, η υποχρέωση αυτή δεν θίγει το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής που κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη. Συγκεκριμένα, η εν λόγω υποχρέωση δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα αυτό καθεαυτό. Επιβάλλει απλώς μία πρόσθετη διαδικαστική πράξη προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκησή του.

65      Εντούτοις, πρέπει περαιτέρω να εξακριβωθεί αν η υποχρέωση εξάντλησης των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής ανταποκρίνεται σε στόχο γενικού ενδιαφέροντος και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν σέβεται την αρχή της αναλογικότητας κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

66      Από την απόφαση περί παραπομπής και από τις παρατηρήσεις της Σλοβακικής Κυβέρνησης προκύπτει ότι οι λόγοι για τους οποίους προβλέφθηκε υποχρεωτικά η υποβολή διοικητικής ένστασης πριν την άσκηση δικαστικής προσφυγής συναρτώνται, αφενός, με τη βούληση να παρασχεθεί η δυνατότητα στη διοικητική αρχή, εφόσον δέχεται τα επιχειρήματα του ενιστάμενου, να άρει ταχύτερα μία παράνομη κατάσταση έχοντας διαπιστώσει το βάσιμο της εν λόγω ένστασης, καθώς και να αποφύγει τη διεξαγωγή μιας αιφνιδιαστικής δίκης. Αφετέρου, οι λόγοι αυτοί συναρτώνται με το γεγονός ότι η ανωτέρω υποχρέωση συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας καθόσον, αν υποτεθεί ότι η οικεία αρχή δεν συμμερίζεται την άποψη του ενιστάμενου ή ότι ο τελευταίος ασκήσει εν συνεχεία δικαστική προσφυγή, το δικαστήριο θα έχει στην περίπτωση αυτή τη δυνατότητα να στηριχθεί στον ήδη υφιστάμενο διοικητικό φάκελο.

67      Επομένως, προκύπτει ότι η υποχρέωση εξάντλησης των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής αποβλέπει στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων από διαφορές δυνάμενες να επιλυθούν απευθείας ενώπιον της οικείας διοικητικής αρχής καθώς και να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των δικαστικών διαδικασιών όσον αφορά τις διαφορές στις οποίες ασκείται δικαστική προσφυγή παρά το γεγονός ότι έχει ήδη υποβληθεί διοικητική ένσταση. Κατά συνέπεια, η εν λόγω υποχρέωση επιδιώκει θεμιτούς σκοπούς γενικού ενδιαφέροντος.

68      Όπως προκύπτει από το σημείο 62 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα, η υποχρέωση εξάντλησης των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής είναι πρόσφορη για την επίτευξη των σκοπών αυτών, καθόσον δεν προκύπτει ότι υφίσταται κάποιο ηπιότερο μέσο το οποίο θα μπορούσε να υλοποιήσει εξίσου αποτελεσματικά τους σκοπούς αυτούς.

69      Επιπλέον, δεν συνάγεται ότι υφίσταται πρόδηλη δυσαναλογία μεταξύ των σκοπών αυτών και των ενδεχομένων μειονεκτημάτων που προκαλεί η υποχρέωση εξάντλησης των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής (β., κατ’ αναλογία, απόφαση της 18ης Μαρτίου 2010, Alassini κ.λπ., C‑317/08 έως C‑320/08, EU:C:2010:146, σκέψη 65).

70      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία επιβεβαιώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία εξαρτά την άσκηση δικαστικής προσφυγής στον τομέα των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των καταναλωτικών υπηρεσιών από την προηγούμενη διεξαγωγή εξώδικης διαδικασίας συμβιβασμού και διαμεσολάβησης, όταν οι διαδικασίες αυτές δεν καταλήγουν σε δεσμευτική για τα εμπλεκόμενα μέρη απόφαση, δεν καθυστερούν ουσιωδώς την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, αναστέλλουν την απόσβεση των οικείων δικαιωμάτων και δεν προκαλούν έξοδα, ή προκαλούν ελάχιστα έξοδα, στα ενδιαφερόμενα μέρη, εφόσον πάντως η ηλεκτρονική οδός δεν αποτελεί το μοναδικό μέσο πρόσβασης στις εν λόγω διαδικασίες και είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες το επείγον της κατάστασης τα επιβάλλει (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 2010, Alassini κ.λπ., C‑317/08 έως C‑320/08, EU:C:2010:146, σκέψη 67, καθώς και της 14ης Ιουνίου 2017, Menini και Rampanelli, C‑75/16, EU:C:2017:457, σκέψη 61).

71      Οι διαφορετικές αυτές προϋποθέσεις εφαρμόζονται mutatis mutandis στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης υποχρέωση εξάντλησης των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής.

72      Επομένως, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει μήπως οι συγκεκριμένοι όροι κίνησης των προβλεπόμενων στο σλοβακικό δίκαιο διαδικασιών διοικητικής προσφυγής επηρεάζουν δυσανάλογα το κατοχυρούμενο στο άρθρο 47 του Χάρτη δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου.

73      Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι ο Ρ. Puškár προέβαλε μεταξύ άλλων την ύπαρξη αβεβαιότητας ως προς το ζήτημα αν η προθεσμία άσκησης δικαστικής προσφυγής αρχίζει να τρέχει πριν την έκδοση απόφασης επί προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον της οικείας διοικητικής αρχής. Αν τούτο ισχύει, η υποχρέωση εξάντλησης των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής, η οποία ενδέχεται να εμποδίσει την πρόσβαση στη δικαστική προστασία, δεν είναι σύμφωνη με το κατοχυρούμενο στο άρθρο 47 του Χάρτη δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ενώπιον δικαστηρίου.

74      Όσον αφορά τις καθυστερήσεις, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη προβλέπει το δικαίωμα κάθε προσώπου να εκδικάζεται η υπόθεσή του εντός εύλογης προθεσμίας. Μολονότι το δικαίωμα αυτό αφορά τη δικαστική διαδικασία αυτή καθαυτήν, εντούτοις δεν θα πρέπει βεβαίως να μπορεί να φαλκιδευθεί μέσω της πρόβλεψης προϋποθέσεων για την άσκηση δικαστικής προσφυγής.

75      Όσον αφορά τα έξοδα που θα μπορούσαν να προκύψουν από την προηγούμενη διοικητική ένσταση, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 68 και 69 των προτάσεών της, μολονότι επιτρέπεται καταρχήν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν εύλογα τέλη για τη διεξαγωγή των διοικητικών διαδικασιών, εντούτοις τα τέλη αυτά δεν μπορεί να είναι τόσο υψηλά ώστε να αποτελούν εμπόδιο για την άσκηση του κατοχυρούμενου στο άρθρο 47 του Χάρτη δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το τέλος αυτό προστίθεται στα έξοδα της δικαστικής διαδικασίας.

76      Κατόπιν των προεκτεθέντων, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ότι η άσκηση δικαστικής προσφυγής από πρόσωπο επικαλούμενο προσβολή του δικαιώματός του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα το οποίο κατοχυρώνεται στην οδηγία 95/46 εξαρτάται από την προηγούμενη εξάντληση των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής, υπό την προϋπόθεση ότι οι συγκεκριμένοι όροι κίνησης των εν λόγω διαδικασιών δεν επηρεάζουν δυσανάλογα το κατοχυρούμενο στη διάταξη αυτή δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ενώπιον δικαστηρίου. Η εξάντληση των προβλεπόμενων διαδικασιών διοικητικής προσφυγής πρέπει, μεταξύ άλλων, να μην καθυστερεί ουσιωδώς την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, να αναστέλλει την απόσβεση των οικείων δικαιωμάτων και να μην προκαλεί υπερβολικά έξοδα.

ΙΙ. Συμβατότητα της χρήσης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων προς το άρθρο 47 του Χάρτη (τρίτο ερώτημα)

77      Με το τρίτο ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί δεύτερο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι απαγορεύει στα εθνικά δικαστήρια να απορρίπτουν, ως μέσο απόδειξης της παράβασης των προβλεπόμενων στην οδηγία 95/46 κανόνων προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έναν κατάλογο, όπως είναι ο επίμαχος στην κύρια δίκη, τον οποίο προσκομίζει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και ο οποίος περιέχει προσωπικά δεδομένα που το αφορούν, στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό απέκτησε τον κατάλογο αυτό χωρίς τη νόμιμη συγκατάθεση του υπεύθυνου επεξεργασίας των οικείων δεδομένων.

Επί της ουσίας

87      Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 82 της παρούσας απόφασης, η απόρριψη καταλόγου, όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, ως μέσου απόδειξης της παράβασης των κανόνων προστασίας των δικαιωμάτων που χορηγεί η οδηγία 95/46 συνιστά περιορισμό του κατοχυρούμενου στο άρθρο 47 του Χάρτη δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ενώπιον δικαστηρίου.

88      Από τη σκέψη 62 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, μόνον εφόσον προβλέπεται από τον νόμο, σέβεται το βασικό περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος και, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίος και ανταποκρίνεται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

89      Ως εκ τούτου, προτού το αιτούν δικαστήριο μπορέσει να απορρίψει τον επίμαχο κατάλογο ως αποδεικτικό μέσο, οφείλει καταρχάς να βεβαιωθεί ότι ο εν λόγω περιορισμός του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής προβλέπεται όντως από το εθνικό δίκαιο.

90      Εν συνεχεία, το δικαστήριο αυτό θα πρέπει να εξετάσει αν η απόρριψη αυτή θίγει το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει μεταξύ άλλων να εξακριβωθεί αν η ύπαρξη του επίμαχου καταλόγου και το γεγονός ότι σε αυτόν περιλαμβάνονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τον Ρ. Puškár αμφισβητούνται στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης και, ενδεχομένως, αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο διαθέτει άλλα σχετικά αποδεικτικά μέσα.

91      Συναφώς, το εν λόγω δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσον η απόρριψη του επίμαχου καταλόγου ως αποδεικτικού μέσου είναι αναγκαία και ανταποκρίνεται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

92      Συναφώς, προκύπτει ότι ο σκοπός που έγκειται στην αποφυγή της μη επιτρεπόμενης χρήσης εσωτερικών εγγράφων στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας ενδέχεται να συνιστά θεμιτό στόχο γενικού ενδιαφέροντος (βλ., συναφώς, διατάξεις της 23ης Οκτωβρίου 2002, Αυστρία κατά Συμβουλίου, C‑445/00, EU:C:2002:607, σκέψη 12, της 23ης Μαρτίου 2007, Stadtgemeinde Frohnleiten και Gemeindebetriebe Frohnleiten, C‑221/06, EU:C:2007:185, σκέψη 19, καθώς και της 29ης Ιανουαρίου 2009, Donnici κατά Κοινοβουλίου, C‑9/08, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:40, σκέψη 13). Επιπλέον, όταν ένας κατάλογος όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη θεωρείται εμπιστευτικός και περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και άλλων φυσικών προσώπων, υπάρχει ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των εν λόγω προσώπων.

93      Μολονότι η απόρριψη ως αποδεικτικού μέσου ενός καταλόγου όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, ο οποίος αποκτήθηκε χωρίς τη νόμιμη συγκατάθεση του υπεύθυνου επεξεργασίας των περιεχόμενων στον οικείο κατάλογο δεδομένων, είναι πρόσφορη για την επίτευξη των ανωτέρω σκοπών, εντούτοις το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει μήπως η απόρριψη αυτή επηρεάζει δυσανάλογα το κατοχυρούμενο στο άρθρο 47 του Χάρτη δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου.

94      Πάντως, τουλάχιστον στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο του οποίου τα προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνονται στον κατάλογο διαθέτει δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα αυτά, η απόρριψη αυτή είναι δυσανάλογη προς τους ίδιους αυτούς σκοπούς.

95      Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 12 της οδηγίας 95/46 εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο δικαίωμα πρόσβασης στα συλλεγόμενα δεδομένα που το αφορούν. Εκτός αυτού, από τα άρθρα 10 και 11 της οδηγίας 95/46 προκύπτει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων αυτών οφείλει να παρέχει στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ορισμένες πληροφορίες σχετικές με την εν λόγω επεξεργασία.

96      Μολονότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46 επιτρέπει τον περιορισμό των κατοχυρούμενων στα άρθρα 11 και 12 της οδηγίας αυτής δικαιωμάτων, όταν ο περιορισμός αυτός συνιστά αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη μεταξύ άλλων της πρόληψης, της διερεύνησης, της διαπίστωσης και της δίωξης παραβάσεων του ποινικού νόμου ή σημαντικού οικονομικού ή χρηματοοικονομικού συμφέροντος κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών θεμάτων, καθώς και της αποστολής ελέγχου, επιθεωρήσεως ή ρυθμιστικών καθηκόντων, εντούτοις, το εν λόγω άρθρο 13 απαιτεί ρητώς τέτοιου είδους περιορισμοί να επιβάλλονται με διάταξη νόμου (βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, Bara κ.λπ., C‑201/14, EU:C:2015:638, σκέψη 39).

97      Επομένως, προκειμένου να εκτιμηθεί η αναλογικότητα της απόρριψης του επίμαχου καταλόγου ως αποδεικτικού μέσου, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η εθνική του νομοθεσία περιορίζει ή όχι, σε σχέση με τα δεδομένα του καταλόγου αυτού, τα δικαιώματα ενημέρωσης και πρόσβασης που προβλέπουν τα άρθρα 10 έως 12 της οδηγίας 95/46 και κατά πόσον ο περιορισμός αυτός είναι ενδεχομένως δικαιολογημένος. Επιπλέον, ακόμη και σε περίπτωση που τούτο ισχύει και που εντοπίζονται στοιχεία τα οποία συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης θεμιτού συμφέροντος για την ενδεχόμενη εμπιστευτικότητα του επίμαχου καταλόγου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξακριβώσουν κατά περίπτωση αν τα στοιχεία αυτά υπερισχύουν του συμφέροντος στην προστασία των δικαιωμάτων του ιδιώτη και αν υπάρχουν, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, άλλα μέσα εξασφάλισης της εν λόγω εμπιστευτικότητας, ειδικότερα όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των άλλων φυσικών προσώπων που περιλαμβάνονται στον ίδιο κατάλογο.

98      Κατόπιν των προεκτεθέντων, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τρίτο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι απαγορεύει στα εθνικά δικαστήρια να απορρίπτουν, ως μέσο απόδειξης της παράβασης των προβλεπόμενων στην οδηγία 95/46 κανόνων προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έναν κατάλογο, όπως είναι ο επίμαχος στην κύρια δίκη, τον οποίο προσκομίζει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και ο οποίος περιέχει προσωπικά δεδομένα που το αφορούν, στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό απέκτησε τον κατάλογο αυτό χωρίς τη νόμιμη συγκατάθεση του υπεύθυνου επεξεργασίας των οικείων δεδομένων, εκτός εάν η απόρριψη αυτή προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία και σέβεται τόσο το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής όσο και την αρχή της αναλογικότητας.

 

ΙΙΙ. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων με σκοπό την είσπραξη του φόρου και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής υπό το πρίσμα της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων (δεύτερο ερώτημα)

99      Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν η οδηγία 95/46 και τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρχές κράτους μέλους με σκοπό την είσπραξη του φόρου και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, όπως είναι η επεξεργασία η οποία πραγματοποιείται στην υπόθεση της κύριας δίκης μέσω της κατάρτισης του επίμαχου καταλόγου χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων προσώπων.


102    Το δεύτερο ερώτημα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 95/46, στο μέτρο που, όπως προκύπτει ειδικότερα από τον σκοπό της οδηγίας αυτής, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, εφόσον πληρούνται οι δυνάμει της ίδιας οδηγίας όροι της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η εν λόγω επεξεργασία θεωρείται ότι συμμορφώνεται επίσης προς τις απαιτήσεις που θέτουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.

103    Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 33 και 34 της παρούσας απόφασης, η κατάρτιση καταλόγου όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, ο οποίος περιλαμβάνει τα ονόματα ορισμένων φυσικών προσώπων και συσχετίζει τα πρόσωπα αυτά με ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα στο εσωτερικό των οποίων κατέχουν εικονικά διευθυντικές σχέσεις, συνιστά «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 95/46.

104    Σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου II της οδηγίας 95/46, το οποίο τιτλοφορείται «Γενικές προϋποθέσεις σχετικά με τη θεμιτή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα –υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων του άρθρου 13– πρέπει να είναι σύμφωνη, αφενός, προς τις αρχές που πρέπει να τηρούνται ως προς την ποιότητα των δεδομένων, τις οποίες θέτει το άρθρο 6, και, αφετέρου, προς τις βασικές αρχές της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων που απαριθμεί το άρθρο 7 (βλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, Bara κ.λπ., C‑201/14, EU:C:2015:638, σκέψη 30).

105    Υπενθυμίζεται επίσης ότι, όπως προκύπτει από τον σκοπό που συνίσταται στη διασφάλιση ισοδυνάμου επιπέδου προστασίας σε όλα τα κράτη μέλη, το άρθρο 7 της οδηγίας 95/46 προβλέπει εξαντλητικό και περιοριστικό κατάλογο των περιπτώσεων κατά τις οποίες η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί σύννομη (βλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2011, ASNEF και FECEMD, C‑468/10 και C‑469/10, EU:C:2011:777, σκέψη 30).

106    Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι το στοιχείο εʹ του εν λόγω άρθρου 7 προβλέπει ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμιτή μόνον εάν «είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση έργου δημοσίου συμφέροντος ή εμπίπτοντος στην άσκηση δημοσίας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας ή στον τρίτο στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα».

107    Πάντως, η κατάρτιση του επίμαχου καταλόγου ενδέχεται να εμπίπτει στην εν λόγω διάταξη.

108    Συγκεκριμένα, η είσπραξη του φόρου και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, προς τον σκοπό των οποίων καταρτίστηκε ο επίμαχος κατάλογος, πρέπει να θεωρηθούν ως έργα δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια της διάταξης αυτής.

109    Εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν η σλοβακική νομοθεσία έχει αναθέσει τέτοιο έργο στις σλοβακικές αρχές που κατάρτισαν τον κατάλογο αυτόν ή σε εκείνες στις οποίες κοινοποιήθηκε ο ίδιος.

110    Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 95/46, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα επιβάλλεται να συλλέγονται για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς. Όπως διαπίστωσε και η γενική εισαγγελέας με το σημείο 106 των προτάσεών της, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 95/46, ο σκοπός της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνδέεται άρρηκτα με τις αρμοδιότητες του υπεύθυνου της επεξεργασίας. Επομένως, η απονομή των αρμοδιοτήτων πρέπει να περιλαμβάνει με σαφήνεια τον σκοπό της εκάστοτε επεξεργασίας.

111    Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται επίσης να ελέγξει αν η κατάρτιση του επίμαχου καταλόγου είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των επίμαχων στην κύρια δίκη έργων δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του ακριβούς σκοπού της κατάρτισης του επίμαχου καταλόγου, τις έννομες συνέπειες που έχει για τους ενδιαφερόμενους η εγγραφή τους στον κατάλογο αυτό καθώς και τον δημόσιο ή όχι χαρακτήρα του ίδιου αυτού καταλόγου.

112    Επί του σημείου αυτού, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, η προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής στο επίπεδο της Ένωσης επιτάσσει οι παρεκκλίσεις από την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι περιορισμοί της να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Tele2 Sverige και Watson κ.λπ., C‑203/15 και C‑698/15, EU:C:2016:970, σκέψη 96 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

113    Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει κατά πόσον η κατάρτιση του επίμαχου καταλόγου και η εγγραφή σε αυτόν του ονόματος των ενδιαφερόμενων προσώπων είναι πρόσφορες για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκουν και κατά πόσον οι σκοποί αυτοί δύνανται να επιτευχθούν με λιγότερο επαχθή μέτρα.

114    Το γεγονός της εγγραφής ενός προσώπου στον επίμαχο κατάλογο ενδέχεται να θίξει ορισμένα από τα δικαιώματά του. Συγκεκριμένα, η εγγραφή στον κατάλογο αυτό δύναται να βλάψει τη φήμη του και να επηρεάσει τις σχέσεις του με τις φορολογικές αρχές. Ομοίως, η εγγραφή αυτή μπορεί να υπονομεύσει το τεκμήριο αθωότητας του οικείου προσώπου, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη, καθώς και την προστατευόμενη από το άρθρο 16 του Χάρτη επιχειρηματική ελευθερία των νομικών προσώπων με τα οποία συσχετίζονται τα εγγεγραμμένα στον επίμαχο κατάλογο φυσικά πρόσωπα. Τέτοια προσβολή δύναται να θεωρηθεί εύλογη μόνον εφόσον υφίστανται επαρκείς ενδείξεις όσον αφορά την υπόνοια ότι ο θιγόμενος κατέχει εικονικές διευθυντικές θέσεις στα νομικά πρόσωπα με τα οποία συσχετίζεται και ότι, ως εκ τούτου, υπονομεύει τη συλλογή φόρων και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

115    Αν το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κατάρτιση του επίμαχου καταλόγου είναι αναγκαία για την εκπλήρωση έργου δημοσίου συμφέροντος ανατεθέντος στον υπεύθυνο της επεξεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 7, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 95/46, τότε το δικαστήριο αυτό θα πρέπει περαιτέρω να εξακριβώσει ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τις οποίες θέτει η ίδια αυτή οδηγία, ειδικά δε οι απορρέουσες από τα άρθρα της 6 και 10 έως 12.

116    Εκτός αυτού, αν συντρέχουν λόγοι για να περιοριστούν, δυνάμει του άρθρου 13 της οδηγίας 95/46, ορισμένα από τα δικαιώματα που προβλέπονται στις τελευταίες αυτές διατάξεις, όπως είναι το δικαίωμα ενημέρωσης του ενδιαφερόμενου προσώπου, ο περιορισμός αυτός πρέπει, όπως προκύπτει από τη σκέψη 96 της παρούσας απόφασης, αφενός μεν να παρίσταται αναγκαίος για τη διαφύλαξη ενός εκ των απαριθμούμενων στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 13 συμφερόντων, όπως είναι για παράδειγμα ένα σημαντικό οικονομικό ή χρηματοοικονομικό συμφέρον στον φορολογικό τομέα, αφετέρου δε να απορρέει από νομοθετικό μέτρο.

117    Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 7, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρχές κράτους μέλους με σκοπό την είσπραξη του φόρου και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, όπως είναι η επεξεργασία η οποία πραγματοποιείται στην υπόθεση της κύριας δίκης μέσω της κατάρτισης του επίμαχου καταλόγου χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων, εφόσον, αφενός, η εθνική νομοθεσία έχει αναθέσει στις εν λόγω αρχές έργο δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η κατάρτιση του επίμαχου καταλόγου και η εγγραφή σε αυτόν του ονόματος των ενδιαφερόμενων προσώπων είναι όντως πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών και υφίστανται επαρκείς ενδείξεις για να υποτεθεί ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ορθώς περιελήφθησαν στον κατάλογο αυτό και, αφετέρου, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τις οποίες θέτει η οδηγία 95/46.

IV. Απόκλιση νομολογίας του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ (τέταρτο ερώτημα)

118    Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 47 του Χάρτη έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει, σε υπόθεση εκκρεμούσα ενώπιόν του, ότι υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της νομολογίας του Δικαστηρίου, το δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να δίνει προτεραιότητα στην εφαρμογή της τελευταίας αυτής νομολογίας.

119    Το αιτούν δικαστήριο όμως υπέβαλε το ερώτημα αυτό κατά τρόπο γενικό, χωρίς να διευκρινίσει σαφώς και επακριβώς σε τι συνίστανται οι αποκλίσεις τις οποίες επικαλείται.

120    Υπενθυμίζεται συναφώς ότι οι απαιτήσεις σχετικά με το περιεχόμενο αίτησης προδικαστικής απόφασης μνημονεύονται ρητώς στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει να γνωρίζει και να τηρεί σχολαστικώς το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο της συνεργασίας που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εκθέτει επακριβώς τους λόγους που το οδήγησαν να διερωτηθεί περί της ερμηνείας ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και να κρίνει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι είναι απαραίτητο το εθνικό δικαστήριο να παρέχει έναν ελάχιστο αριθμό διευκρινίσεων όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους επέλεξε τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητεί την ερμηνεία και τη σχέση που υφίσταται κατά το εν λόγω δικαστήριο μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί εθνικής νομοθεσίας (απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Milkova, C‑406/15, EU:C:2017:198, σκέψεις 72 και 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

121    Οι απαιτήσεις αυτές περιλαμβάνονται και στο έγγραφο «Συστάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων» (ΕΕ 2016, C 439, σ. 1).

122    Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τέταρτο ερώτημα δεν πληροί τις απαιτήσεις περί των οποίων γίνεται λόγος στις ανωτέρω σκέψεις.

123    Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο λόγος για τον οποίο ζητείται η έκδοση μιας προδικαστικής απόφασης δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά στην αδήριτη ανάγκη αποτελεσματικής επίλυσης μιας ένδικης διαφοράς που αφορά το δίκαιο της Ένωσης (βλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Tele2 Sverige και Watson κ.λπ., C‑203/15 και C‑698/15, EU:C:2016:970, σκέψη 130).

124    Κατά συνέπεια το τέταρτο ερώτημα είναι απαράδεκτο. Προτάσεις Kokott για την απάντηση του Δικαστηρίου στο τέταρτο ερώτημα

120 …, το υπό κρίση ερώτημα περιλαμβάνει ένα στοιχείο το οποίο μπορεί να είναι κρίσιμο για την οριστική επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Και τούτο διότι, κατά την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει διχογνωμία μεταξύ του Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς το πρώτο στηρίζεται στη νομολογία του ΕΔΔΑ, χωρίς ωστόσο να μνημονεύει τη νομολογία του Δικαστηρίου. Επίσης, από τα λοιπά προδικαστικά ερωτήματα προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο δεν είναι βέβαιο κατά πόσον η νομολογία του Δικαστηρίου μας καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα όπως εκείνη του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Συνεπώς, είναι εύλογο να πρέπει να υποδειχθεί το πρακτέον σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει –ενδεχομένως υπό το φως αποφάσεως του Συνταγματικού Δικαστηρίου– στο συμπέρασμα ότι τα δύο ευρωπαϊκά δικαστήρια διαφωνούν σχετικά με ζήτημα που είναι κρίσιμο για την έκβαση της υποθέσεως της κύριας δίκης.

121. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει τοιουτοτρόπως, όταν κλήθηκε να συγκεκριμενοποιήσει την έκταση εφαρμογής της δυνατότητας και/ή υποχρεώσεως υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Συχνά, αυτές οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως περιλαμβάνουν ήδη τα συγκεκριμένα ερωτήματα, η απάντηση στα οποία είναι απαραίτητη για την έκδοση αποφάσεως στην εκάστοτε υπόθεση της κύριας δίκης. Εντούτοις, το Δικαστήριο απαντά και επί του γενικότερου ζητήματος σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Και τούτο διότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα ήταν πολύ αμφίβολο κατά πόσον θα προσφερόταν στο Δικαστήριο η δυνατότητα να κρίνει επί τέτοιων ζητημάτων. Ταυτοχρόνως δε, θα ελλόχευε ο κίνδυνος τα εθνικά δικαστήρια να παραμένουν σε άγνοια όσον αφορά τη δυνατότητα ή την υποχρέωσή τους για εφαρμογή των διατάξεων περί υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, υποπίπτοντας για τον λόγο αυτόν σε σφάλματα κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης τα οποία μπορούν να αποφευχθούν.

122. Όσον αφορά το αναδιατυπωμένο προδικαστικό ερώτημα, με το άρθρο 52, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του Χάρτη διευκρινίζεται ότι, στον βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα διασφαλιζόμενα με την ΕΣΔΑ, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Βάσει της αναλύσεως της διατάξεως αυτής, η έννοια και η εμβέλεια των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων καθορίζονται όχι μόνον από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, αλλά και, ιδίως, από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Ωστόσο, το άρθρο 52, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη επιτρέπει την παροχή ευρύτερης προστασίας στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης.

123. Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει στο Δικαστήριο παρεκκλίσεις από τη νομολογία του ΕΔΔΑ μόνο στον βαθμό που το πρώτο προβλέπει για ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα ευρύτερη προστασία από ό,τι το δεύτερο. Ακόμη και οι παρεκκλίσεις αυτές είναι νόμιμες μόνον εφόσον δεν έχουν ταυτοχρόνως ως αποτέλεσμα να παρέχεται σε άλλο θεμελιώδες δικαίωμα του Χάρτη, το οποίο αντιστοιχεί σε δικαίωμα της ΕΣΔΑ, μικρότερη προστασία από ό,τι στο πλαίσιο της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Τούτο μπορεί να συμβαίνει στις περιπτώσεις που απαιτείται η διασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων

124. Σε περίπτωση που από τη νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει νομίμως ευρύτερη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης υποχρεώνει τα εθνικά δικαστήρια να συντάσσονται, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, προς τη νομολογία του Δικαστηρίου και να παρέχουν την προστασία αυτή.

125. Σε περίπτωση, ωστόσο, που το εθνικό δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει μικρότερη προστασία από τη νομολογία του ΕΔΔΑ όσον αφορά ορισμένο θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται τόσο στον Χάρτη όσο και στην ΕΣΔΑ, τότε ανακύπτει κατ’ ανάγκην ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, ήτοι όσον αφορά το κρίσιμο θεμελιώδες δικαίωμα και το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη. Και τούτο διότι αυτή η εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου θα είχε ως αποτέλεσμα η ερμηνεία του επίμαχου θεμελιώδους δικαιώματος από το Δικαστήριο να έρχεται σε αντίθεση προς το άρθρο 52, παράγραφος 3.


127. Επομένως, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση: Σε περίπτωση που εθνικό δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έκβαση της εκκρεμούς ενώπιόν του δίκης επηρεάζεται από τη νομολογία του ΔΕΕ βάσει της οποίας δικαιώματα που προβλέπονται στον Χάρτη και αντιστοιχούν σε δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ προστατεύονται σε μικρότερο βαθμό από ό,τι βάσει της νομολογίας του ΕΔΔΑ, δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΕ, προκειμένου να διευκρινιστεί η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης στην περίπτωση αυτή. Σε περίπτωση που οι αποφάσεις του εθνικού δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.

Βλ. συναφώς Ε. Πρεβεδούρου, Οι ενδικοφανείς προσφυγές ως μέσον επιτάχυνσης της διοικητικής δίκης, ΘΠΔΔ 3-4/2013, σ. 193.

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.
CAPTCHA
This question is for testing whether or not you are a human visitor and to prevent automated spam submissions.